Εισαγωγή

Αξιότιμε κ. Συνάδελφε

σε περιόδους βαθειάς πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, όπως αυτή που βιώνουμε παρατεταμένα στην παρούσα ιστορική φάση της χώρας, καθένας από εμάς μας, και ειδικά ως εκ της ειδικότερης φύσης του λειτουργήματος μας και των αναλόγων συναφών καθηκόντων μας, καλούμαστε αφενός μεν να συμβάλλουμε στην κοινή προσπάθεια προστασίας των Θεσμών, απέχοντας από συντηρητικές προσεγγίσεις του όλου ζητήματος, αφετέρου δε να καταβάλουμε ιδιαίτερη προσπάθεια διαφύλαξης της προσωπικής μας αξιοπρέπειας.

Επειδή δε η κρίση διατρέχει όλο το «σύστημα», δεν αφήνει αλώβητο ούτε τον θεσμό της δικαστικής εξουσίας, (και φυσικά σε καθεστώς Δημοκρατίας δεν νοείται ύπαρξη στεγανών, έτσι ώστε να νοηματοδοτείται και η χρήση του όρου «Δικαιοσύνη», που χρησιμοποιείται ευρύτατα για το σύστημα που κατατείνει στην απονομή της).

Βιώνοντας εκ του σύνεγγυς και καθημερινά τα χρόνια προβλήματα τόσο του θεσμικού δικαϊκού πλαισίου, από τον τρόπο παραγωγής νομοθετημάτων και τη δογματική τους (α)συνέπεια μέχρι την αποτελεσματικότητα τους, όσο και του τρόπου απονομής της Δικαιοσύνης, σε κάθε επίπεδο και ανεξάρτητα του σημείου ή της ειδικότερης γωνίας θέασης καθενός από εμάς, γίνεται αντιληπτό ότι κάθε σχετική απάθεια, αδιαφορία ή έστω η ελαχίστη επίδειξη παθητικής ή ανεκτικής στάσης συνιστά, (λαμβανομένων υπ’ όψιν και των όρων που έχουν διαμορφωθεί), μορφή έμμεσης -έστω και ανεπίγνωστης- επίμεμπτης συμμετοχής στα τεκταινόμενα.

Πιστεύοντας ότι μόνον η συμμετοχή, η συλλογικότητα και η κοινή προσπάθεια σε κάθε πεδίο δραστηριοποίησης, αποτελούν πειστικά και αποτελεσματικά εργαλεία δράσης, (μέσω των οποίων μπορεί να υπάρξει και πρόοδος), ιδρύσαμε ένα Επιστημονικό Σωματείο, με συγκεκριμένες κατευθύνσεις, χωρίς ουδεμία ορατή ή αόρατη/υπόγεια επιρροή, εξάρτηση ή δέσμευση, (πέραν των αυτοδεσμεύσεων του καταστατικού και του πνεύματος αρχών που το διέπει), με σκοπό, ως θεράποντες του Ποινικού Δικαίου τόσο σε θεωρητικό όσο και, κυρίως, σε πρακτικό επίπεδο, να συμβάλλουμε στη διαλεκτική αντιμετώπιση των χρονιζόντων θεμάτων και ζητημάτων.

Η καταγραφή των προβλημάτων της ποινικής Δικαιοσύνης και της ποινικής Δικηγορίας, η διατύπωση συγκεκριμένων λύσεων και προτάσεων, η παράλληλη και ισότιμη ενασχόληση με τη θεωρία και την πρακτική του Ποινικού Δικαίου, η παρακολούθηση όλων των εξελίξεων του Ποινικού Δικαίου και η δρομολόγηση αυτών, στη βάση μιας ανθρωπιστικής προσέγγισης, η παρέμβαση σε μείζονα θέματα της Δικαιοσύνης και η αιτιολογημένη έκφραση δημόσιας γνώμης, στη βάση της απλής λογικής, πέραν σκοπιμοτήτων, ικανοποιούνται και καλύπτονται μόνον με τη σύμπραξη και τη συνεργασία ενεργών πολιτών-νομικών.

Στα πλαίσια αυτά ιδρύθηκε και το Σωματείο με την επωνυμία «ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ», με διακριτικό τίτλο «Judicium rectum», (ευθυδικία, δίκαιη κρίση), οι φιλοδοξίες του οποίου εκφράζουν τις σκέψεις, τις απόψεις, τις αγωνίες, τα όνειρα και τις ευχές όλων ημών των καθημερινά εμπλεκόμενων με το Ποινικό, (και όχι μόνον), Δίκαιο.

Η παρούσα επιστολή συνιστά μια πρώτη ενημέρωση και συνάμα αποτελεί μια πρόσκληση εγγραφής έτσι ώστε, μέσα από μια αυξημένη συλλογικότητα, το Σωματείο να αποκτήσει μια θεσμική χροιά, που θα του επιτρέπει να υλοποιεί τους στόχους του έγκαιρα και αξιόπιστα.

Το εγκριθέν καταστατικό είναι απλό, χωρίς αποκλεισμούς και ιδιαιτερότητες, «ανοιχτό» σε αλλαγές και τροποποιήσεις, και επιτρέπει σε κάθε πρόσωπο που υπηρετεί τη νομική επιστήμη, και ειδικότερα το Ποινικό Δίκαιο, να εκφράζει ελεύθερα την επιστημονική άποψη του.

Την παρούσα επιστολή ας τη θεωρήσουμε ως μία πρόταση σύμφωνα με το άρθρο του Καταστατικού περί εγγραφής μελών.

Είμαστε στη διάθεση σας για επικοινωνία και ανταλλαγή απόψεων. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να προσφεύγετε και στη σελίδα του Σωματείου στο διαδίκτυο.